παρωνυχία

παρωνυχία
(Ιατρ.). Οξεία φλεγμονή στο δάχτυλο, κοντά στο νύχι. Σχεδόν πάντα οφείλεται σε σταφυλόκοκκο ή στρεπτόκοκκο, που εισχωρεί στους ιστούς από ασήμαντες πληγές, νύγματα κ.ά. Η φλεγμονή μπορεί να είναι επιφανειακή, υποδόρια ή βαθιά. Επιφανειακή είναι η παρωνυχίδα κατά την οποία το φλεγμονώδες εξίδρωμα αποκολλά τις στιβάδες της επιδερμίδας και επεκτείνεται σε ολόκληρη τη φάλαγγα ή και σε ολόκληρο το δάχτυλο. Όταν το πύον επεκταθεί γύρω και κάτω από το νύχι, μπορεί να προκαλέσει και την απώλειά του. Η βαθιά π. φτάνει συχνά στους θυλάκους των τενόντων και στο οστό. Η ευκολία με την οποία μπορεί να επεκταθεί η φλεγμονή κατά μήκος των τενόντων υποδηλώνει ότι μπορεί να προκληθούν σοβαρές αλλοιώσεις στη λειτουργικότητα του χεριού.
* * *
η, ΝΜΑ
1. οξεία ή χρόνια φλεγμονή τής πτυχής που περιβάλλει το νύχι
2. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών τής οικογένειας καρυοφυλλίδες, το αφέψημα τού οποίου χρησιμοποιείται στη λαϊκή ιατρική ως στομαχικό και αντιασθματικό, κν. καλαγκάθι
αρχ.
το παρωνύχιο, η πτυχή γύρω από το νύχι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)-* + -ωνυχία (< -ώνυχος < ὄνυξ, -υχος), πρβλ. ακρ-ωνυχία. Το -ω- τού τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • παρωνυχία — παρωνυχίᾱ , παρωνυχία whitlow fem nom/voc/acc dual παρωνυχίᾱ , παρωνυχία whitlow fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρωνυχίας — παρωνυχίᾱς , παρωνυχία whitlow fem acc pl παρωνυχίᾱς , παρωνυχία whitlow fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρωνυχίαι — παρωνυχίᾱͅ , παρωνυχία whitlow fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρωνυχίαν — παρωνυχίᾱν , παρωνυχία whitlow fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρωνυχιῶν — παρωνυχία whitlow fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρωνυχίαις — παρωνυχία whitlow fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρωνυχίης — παρωνυχία whitlow fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • paroniquia — (Del gr. paronykhion < para, junto a + onux, uña.) ► sustantivo femenino MEDICINA Inflamación con formación de pus en un dedo, en general en la primera falange. SINÓNIMO panadizo * * * paroniquia (del lat. «paronychĭa», del gr. «parōnychía») f …   Enciclopedia Universal

  • ονυχία — η 1. ιατρ. οξεία ή χρόνια φλεγμονή τής κοίτης τού νυχιού ή τού δέρματος γύρω από το νύχι (α. «υπονύχια ονυχία» φλεγμονή τής κοίτης τού νυχιού β. «περιονύχια ονυχία» ή «παρωνυχία» φλεγμονή τού δέρματος γύρω από το νύχι) 2. ζωολ. γένος δεκάποδων… …   Dictionary of Greek

  • παρωνυχίδα — και παρανυχίδα, η / παρωνυχίς, ίδος, ΝΜΑ 1. μικρή ακίδα στην άκρη του νυχιού ή γύρω από το νύχι 2. ασήμαντο γεγονός, ασήμαντη, αμελητέα πλευρά ενός θέματος νεοελλ. το φυτό παρωνυχία*. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ωνυχίς (< ὄνυξ, υχος). Το ω τού τ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”